Αἱ γὰρ στεινότεραι πλῆντο πυρὸς ἀκρήτοιο,
αἱ δ’ ἐπὶ ταῖς νυκτός, μετὰ δὲ φλογὸς ἵεται
αἶσα·
ἐν δὲ μέσῳ τούτων δαίμων ἣ πάντα κυβερνᾷ·
πάντα γὰρ ἣ στυγεροῖο τόκου καὶ μίξιος ἄρχει
πέμπουσ’ ἄρσενι θῆλυ μιγῆν τό τ’ ἐναντίον αὖτις
ἄρσεν θηλυτέρῳ.
Οι στενότερες στεφάνες είναι πλήρεις ακράτου πυρός,
οι δε πάνω από αυτές είναι της νυκτός, μεταξύ τους δε διανέμεται η φλόγα·
και στο μέσον αυτών βρίσκεται η θεότητα που τα πάντα κυβερνά·
διότι αυτή άρχει στα πάντα και στον στυγερό τοκετό και στην ερωτική μίξη
στέλνοντας το θήλυ ν’ αναμιχθεί με το άρρεν και το αντίθετο πάλι,
το άρρεν με το θήλυ.
Παρμενίδης, Περί Φύσεως
(Απόδοση: Ιαλυσσός)
