25 Ιουλίου 2014

ΝΥΞ ΑΔΑΗΣ ΚΑΙ ΑΙΘΕΡΙΟΝ ΠΥΡ

Μορφὰς γὰρ κατέθεντο δύο γνώμας ὀνομάζειν·

τῶν μίαν οὐ χρεών ἐστιν ἐν ᾧ πεπλανημένοι εἰσίν

τἀντία δ’ ἐκρίναντο δέμας καὶ σήματ’ ἔθεντο

χωρὶς ἀπ’ ἀλλήλων, τῇ μὲν φλογὸς αἰθέριον πῦρ,

ἤπιον ὄν, μέγ’ ἀραιὸν ἐλαφρόν, ἑωυτῷ πάντοσε τωὐτόν,

τῷ δ’ ἑτέρῳ μὴ τωὐτόν· ἀτὰρ κἀκεῖνο κατ’ αὐτό

τἀντία νύκτ’ ἀδαῆ, πυκινὸν δέμας ἐμβριθές τε.

Για να ονομάσουν τις μορφές κατέστρωσαν δύο γνώμες· 
θεωρώντας ότι δεν πρέπει να είναι μία, πράγμα στο οποίο πλανώνται, 
τ’ αντίθετα έκριναν από την μορφή κι έθεσαν διακριτικά σημεία 
χωριστά το ένα από τ’ άλλο, στο μεν ένα το αιθέριο πυρ της φλόγας, 
που είναι ήπιο, πολύ αραιό κι ελαφρύ, και παντού ίδιο με τον εαυτό του, 
στο δε άλλο κάτι μη ταυτόσημο με τον εαυτό του· αλλά κι εκείνο κατά τον
αυτό τρόπο των αντιθέτων, την αδαή νύκτα, πυκνό και βαρύ σώμα. 

Παρμενίδης, Περί Φύσεως
(Απόδοση: Ιαλυσσός)