8 Απριλίου 2013

ΖΩΠΥΡΕΙΝ... ΚΑΙ ΖΩΠΥΡΗΣΑΙ!


     Ζωπυρεῖν - Τοὺς ἄνθρακας φυσᾶν· φρ. "ζωπύρει τοὺς ἄνθρακας!"

Καὶ ζωπυρῆσαι. Ἀπὸ μεταφορᾶς τοῦ πυρὸς λέγεται καὶ ἐπὶ τοὺς ἐξ ἀρρωστίας ἀναρρωννυμένους.       

                 (Μέγα Ετυμολογικόν Λεξικόν)