23 Σεπτεμβρίου 2009

ΕΔΙΖΗΣΑΜΗΝ


ἐδιζησάμην
* ἐμεωυτόν.

Αναζήτησα τον εαυτό μου!

(Ηράκλειτος, απόσπ. 101)

* δίζω, δίζομαι = ψηλαφώ, ζητώ, αναζητώ, ερευνώ. Ακόμα και σήμερα χρησιμοποιείται στην νομική ορολογία η "ένσταση διζήσεως", η οποία προβλέπεται από τον ισχύοντα Αστικό Κώδικα (άρθρο 855).